του τύπου…

ειδήσεις, κριτικές, επικαιρότητα και άλλα...


******************************************************


"…Στον ελληνισμό, μετέχει κάποιος εθελουσίως. Είναι τιμή και ευθύνη η ελληνική ταυτότητα. Η ελληνικότητα δεν επιβάλλεται, αλλά κερδίζεται και αποδεικνύεται με αγώνες, θυσίες και ήθος. Πρόκειται για θεϊκό χάρισμα και όχι για καταναγκασμό. Ο ελληνισμός κανέναν δεν παρακαλάει.

Όποιος δεν θέλει να είναι Έλληνας, κακό του κεφαλιού του. Ας αρκεσθεί στη μίζερη και ελεεινή σκοπιανή ιδιότητα ή ας παραμείνει στην πνευματική αναξιοπρέπεια του κακώς εννοούμενου τοπικισμού και της γκρίνιας για τα κονδύλια. Αυτά δεν τα λέω για να δικαιολογήσω την κρατική απραξία, ούτε για να εθελοτυφλούμε μπροστά στον κίνδυνο από τη διείσδυση των πρακτόρων. Χρειάζεται συνεχής άμυνα και αντίσταση. Αλλά συγχρόνως δεν πρέπει να αποδίδουμε στους αργυρώνητους κομιτατζήδες καμιά ιδιότητα φοβερού και τρομερού μαζικού κινήματος αφελληνισμού. Εάν σώσουμε το όνομα της Μακεδονίας, οι πρακτορίσκοι πιθανότατα θα εξαφανισθούν μία για πάντα. Θα τους καταπιεί η ίδια η Ιστορία…"





Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Αρχικές εγκαταστάσεις Σλάβων στον ελλαδικό χώρο

Εγκαταστάσεις σλαβικών φύλων στην Χερσόνησο του Αίμου
στα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ. (σύμφωνα με βουλγαρικές απόψεις)
 
Από το πάντοτε αξιόπιστο και ενδιαφέρον ιστολόγιο http://akritas-history-of-makedonia.blogspot.com/
ένα εξαιρετικό κείμενο μεγάλης σπουδαιότητας για ένα καίριο ζήτημα που επανέρχεται συχνά στην επικαιρότητα, από τον βιβλίο «Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα» της σειράς "Όψεις της Βυζαντινής Κοινωνίας - 8", του Ιδρύματος Γουλανδρή-Χόρν (1993, επανέκδ. 2000), της Καθηγήτριας της Ιστορίας των Λαών της Χερσονήσου του Αίμου στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (1975-1996), Μαρίας Νυσταζοπούλου - Πελεκίδου.

ΔΕΕ

Εγκατάσταση των Σλάβων στον ελληνικό χώρο


Σύμφωνα με τα «Θαύματα», γύρω στο 604 (η το 610) 5.000 επίλεκτοι Σλάβοι ενήργησαν αιφνιδιαστική νυκτερινή επίθεση εναντίον της Θεσσαλονίκης. Οι βάρβαροι, λέει το κείμενο, κατά την επίθεση τους έβγαζαν κραυγές, πού οι Θεσσαλονικείς αναγνώριζαν, γιατί τις είχαν πια συνηθίσει («και τίνα της βαρβαρικής κραυγής σημεία δια της έθάδος ακοής έπεγίγνωσκον»). Επομένως η κατάσταση είχε στο μεταξύ μεταβληθεί: το 586 (η 597) οι Θεσσαλονικείς για πρώτη φορά έβλεπαν μπροστά στα τείχη της πόλης τους Σλάβους το 604 (η 610) είχαν πια συνηθίσει τις πολεμικές κραυγές τους. Αν ή μαρτυρία αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τούτο σημαίνει ότι στο μεταξύ διάστημα οι Σλάβοι είχαν εγκατασταθεί σε μια περιοχή όχι πολύ μακριά από τη Θεσσαλονίκη, από όπου ενεργούσαν επιθέσεις εναντίον της μεγάλης αυτής πόλης και της ενδοχώρας της. Η ίδια πηγή αναφέρει άλλες τρεις ακόμη επιθέσεις των Σλάβων εναντίον τής Θεσσαλονίκης: συμφώνα με τη χρονολόγηση του P. Lemerle, τό 614-615 επιτέθηκαν από την θάλασσα, το 618 πολιόρκησαν την πόλη - αυτή τη φορά σε συνεργασία με τους Αβάρους-, και πολύ αργότερα το 676-678 Ο ρήγας των Ρηγχίνων Περβούνδος επιχείρησε εκτεταμένη επίθεση με τον φιλόδοξο σκοπό να συνενώσει όλες τις Σκλαβηνίες κατά του Βυζαντίου, επιχείρηση πού τελικά απέτυχε.
Έχουν διατυπωθεί ουσιαστικές επιφυλάξεις για τη χρονολόγηση των σλαβικών επιθέσεων κατά της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 7ου αι., αλλά και γενικότερα για την αξιοπιστία της αντίστοιχης αφήγησης του αγιολογικού αυτού κειμένου, το όποιο επεκτείνει τη δράση των Σλάβων στο Αιγαίο και στη Θεσσαλία Πάντως, παρά τις προφανείς υπερβολές στην αφήγηση, που οφείλονται στον αγιολογικό χαρακτήρα του κειμένου, και παρά τις πιθανές αποκλίσεις στη χρονολόγηση, τα «Θαύματα» περιέχουν σημαντικά ιστορικά στοιχεία ορισμένα από αυτά μπορούν να ελεγχθούν και από άλλες πηγές. Ο Ίω. Καραγιαννόπουλος, ύστερα από ανάλυση των δεδομένων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι καμιά αξιόπιστη πηγή δεν επιτρέπει να χρονολογήσουμε την εγκατάσταση των Σλάβων στη Βόρειο Ελλάδα πριν από τις αρχές του 7ου αι., στην Κεντρική Ελλάδα πριν από τη δεκαετία του 640 και στην Πελοπόννησο πριν από τις τελευταίες δεκαετίες του 7ου αι.. Αναμφίβολα, η συγκριτική μελέτη των ποικίλων τεκμηρίων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μόνιμη εγκατάσταση των Σλάβων στη Βόρειο Ελλάδα δεν μπορεί να χρονολογηθεί πριν από τις αρχές του 7ου αι. Όσο για το χρόνο της καθόδου των σλαβικών φύλων νοτιότερα, σημαντικό στοιχείο του προβληματισμού του Ίω. Καραγιαννόπουλου αποτελεί η μαρτυρημένη καταστροφή των Φθιωτίδων Θηβών το 641. Ωστόσο, οι χριστιανικές Θήβες ήταν αστικό κέντρο, που οι Σλάβοι δεν ήταν βέβαια σε θέση εύκολα να καταλάβουν και να καταστρέψουν. Τίποτα όμως δεν αποκλείει ορισμένες ομάδες να είχαν ήδη διεισδύσει νοτιότερα και να είχαν εγκατασταθεί στην ύπαιθρο χώρα.
Κατά τη γνώμη μου, από τα ως τώρα γνωστά δεδομένα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι στις αρχές του 7ου αϊ. οι Σλάβοι βρίσκονται εγκαταστημένοι στη Δ. Μακεδονία, πιθανότατα ήδη τότε στη Θεσσαλία και ίσως στην Ήπειρο. Από εκεί ενεργούν επιδρομές εναντίον της Κεντρικής Ελλάδας, της Πελοποννήσου και ακτών και νησιών του Αιγαίου. Οι επιδρομές αυτές, αν κρίνουμε από τα αρχαιολογικά δεδομένα και τα νομισματικά και άλλα ευρήματα, φαίνεται ότι διήρκεσαν περίπου δύο δεκαετίες. Τότε υποθέτουμε ότι εγκαταστάθηκαν και στην Πελοπόννησο - χωρίς να αποκλείονται παλαιότερες σποραδικές διεισδύσεις -, περνώντας πιθανότατα από την Αιτωλοακαρνανία και όχι από την Αττική και την Κόρινθο. Την υπόθεση αυτή επιτρέπουν να διατυπώσουμε τα αρχαιολογικά ευρήματα πού υποδηλώνουν στις πρώτες δεκαετίες τού 7ου αι. κάποια τομή στήν παράδοση ορισμένων περιοχών ή οικισμών, κυρίως τής Κεντρικής και ΒΔ Πελοποννήσου, ενώ διαπιστώνεται συνέχεια ιστορικού βίου και βυζαντινής παρουσίας στο ανατολικό τμήμα τής Πελοποννήσου. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται και από το τοπωνυμικό υλικό. Έτσι η γενικότερη εικόνα και ή χρονολογία που παρέχει το λεγόμενο «Περί κτίσεως τής Μονεμβασίας Χρονικό» - πηγή τού 9ου (η 10ου αι.), προβληματική και αμφιλεγόμενη παρά τον ιστορικό της πυρήνα -, πού τοποθετεί την εγκατάσταση των Σλάβων στην Πελοπόννησο το 587/8, δεν θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ούτε η εγκατάσταση των Σλάβων ήταν τόσο εκτεταμένη όσο την παρουσιάζει το Χρονικό, το όποιο αναφέρει ότι «εκαθάρευε» από το σλαβικό στοιχείο μόνο το ανατολικό μέρος της Πελοποννήσου από την Κόρινθο ως το ακρωτήριο Μαλέα. Αντίθετα, φαίνεται ότι, εκτός από το ανατολικό τμήμα, τουλάχιστον τμήμα της Λακωνίας, η Μάνη και ή ΝΔ ακτή με τα φρούρια της Μεθώνης και της Κορώνης και ή πεδιάδα τής Μεσσήνης παρέμεναν στα χέρια των Βυζαντινών: αυτό βεβαιώνεται από τις αρχαιολογικές ανασκαφές, την μελέτη των οικισμών, τη μαρτυρημένη εκκλησιαστική και διοικητική οργάνωση, καθώς και το τοπωνυμικό υλικό (τα σλαβικά τοπωνύμια σ' αυτές τις περιοχές είναι σπανιότερα η απουσιάζουν τελείως). Βέβαια ή παρουσία σλαβικού στοιχείου και στο χώρο αυτό δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί, τούτο όμως δεν σημαίνει κατάκτηση και επικράτηση, αλλά συμβίωση με τον γηγενή πληθυσμό.
Διαφωτιστική για το θέμα είναι η περίπτωση της χειροποίητης κεραμικής που βρέθηκε στην Πελοπόννησο, θεωρήθηκε σλαβική και συνδέθηκε με την μαρτυρία του «Περί κτίσεως τής Μονεμβασίας Χρονικού», που χρονολογεί, όπως είπαμε, την εισβολή και κατάκτηση τμήματος της Πελοποννήσου από τους Σλάβους το 587/8. Η άποψη αυτή οδήγησε σε παρερμηνείες και λανθασμένες εκτιμήσεις και συμπαρέσυρε και άλλα ευρήματα στη χρονολόγηση τους στα τέλη του 6ου αι. Πρόσφατα, ο Ηλίας Αναγνωστάκης και η Ναταλία Πούλου επιχείρησαν εξονυχιστική και κριτική ανάλυση τής χειροποίητης κεραμικής σε συσχετισμό με τα αρχαιολογικά, νομισματικά και άλλα συνευρήματα και με τη στρωματογραφία και κατέληξαν σε ορισμένα συμπεράσματα, πού πολύ σύντομα παραθέτω: Η χειροποίητη κεραμική εκτείνεται σε ευρύτερα χρονικά πλαίσια και δεν περιορίζεται στα τέλη τού 6ου αι. Αυτού του τύπου κεραμική βρέθηκε και σε περιοχές, όπου χωρίς καμιά αμφιβολία δεν εγκαταστάθηκαν Σλάβοι, όπως π. χ. στην Κύπρο. Γι’ αυτό πρέπει να αποσυνδεθεί από τυχόν βαρβαρικές επιδρομές και καταστροφές και από την εισβολή των Σλάβων και να απεγκλωβιστεί από τη μαρτυρία του «Χρονικού» και από ιστοριογραφικές ερμηνείες, επομένως και από τη χρονολόγηση της στα τέλη τού 6ου αι., όταν βέβαια τα λοιπά τεκμήρια δεν συνηγορούν σ' αυτό. Οι δύο μελετητές εξετάζουν τα χειροποίητα αγγεία που βρέθηκαν κυρίως στο Αργός, στην Τίρυνθα, στην Ισθμία και στο Εξαμίλιον Κορίνθου και στη Σπάρτη και τα οποία χρησίμευαν ως οικιακά σκεύη. Επίσης εξετάζουν τα αγγεία-κτερίσματα που βρέθηκαν σε ταφές στην Κόρινθο και στη Μεσσήνη, και πού προφανώς ανήκαν σε Σλάβους υψηλής σχετικά κοινωνικής θέσης. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα κεραμικά ευρήματα χρονολογούνται τα περισσότερα τον 7ο αι., άλλα ορισμένα φθάνουν ως τον 9ο και 10ο αι. Ξεχωριστή είναι η περίπτωση σαράντα περίπου αγγείων, πού βρέθηκαν στην Ολυμπία, ορισμένα με καύση νεκρών: είναι τα μόνα πού μπορούν να αποδοθούν αναμφισβήτητα στους Σλάβους και χρονολογούνται μέσα στον 7ο αι. κέ., άλλα δεν ανήκουν όλα στην ίδια χρονική στιγμή.
Συμπερασματικά διαπιστώνεται ότι μπορεί ορισμένα χειροποίητα αγγεία από την Πελοπόννησο να ανήκουν σε Σλάβους, τούτο όμως δεν στοιχειοθετεί την επικράτηση τους σε βάρος του γηγενούς στοιχείου όπως επίσης μπορεί αυτήν την ιδιαίτερα δύσκολη και ταραγμένη εποχή εντόπιοι πληθυσμοί να κατασκεύασαν με την παλαιά χειροποίητη τεχνική σκεύη πρώτης ανάγκης. Έξ άλλου, από τα ως τώρα ανασκαφικά ευρήματα σημαντική για τη γενικότερη ερμηνευτική προσέγγιση και την αποσύνδεση της από τούς Σλάβους είναι η έλλειψη χειροποίητης κεραμικής στην παραδοσιακά θεωρούμενη ως «σλαβοκρατούμενη» Δυτική Πελοπόννησο, ενώ αφθονεί στό ανατολικό, «καθαρεύον» τμήμα τής Πελοποννήσου, γεγονός που ανατρέπει τα ως τώρα παραδεδεγμένα σχήματα. Επομένως, «η ύπαρξη χειροποίητης κεραμικής σε πόλεις, όπως η Κόρινθος, το Άργος και το Εξαμίλιον, όπου η βυζαντινή παρουσία ήταν αναμφισβήτητα σημαντική, δεν την καθιστά τεκμήριο για την κυριαρχία των Σλάβων και την εξαφάνιση των εντοπίων, άλλα μαρτυρία για την συνύπαρξη, την αλληλεπίδραση, την αφομοίωση και τον σταδιακό εξελληνισμό των επήλυδων από τους εντοπίους». Τα στοιχεία που παρέχουν οι πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές και οι αντίστοιχες έρευνες επιβάλλουν την επανεξέταση και συγκριτική μελέτη των ποικίλων δεδομένων, φιλολογικών, αρχαιολογικών και τοπωνυμικών, σχετικά με την έκταση, τον χρόνο και τη μορφή των σλαβικών εγκαταστάσεων στην Πελοπόννησο. Το ίδιο ισχύει και για άλλες περιοχές τού ελληνικού χώρου.
Η έκταση των σλαβικών εγκαταστάσεων στην Κεντρική Ελλάδα δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί με ακρίβεια . Σημειώνω ωστόσο τη συνέχεια βίου και παράδοσης σε αυτή την περιοχή, την απουσία επώνυμων σλαβικών ομάδων, καθώς και τον μικρό αριθμό σλαβικών τοπωνυμίων, πού όμως τα περισσότερα δεν προέρχονται από Σλάβους φορείς.
Ιδιαίτερα χρήσιμα για το θέμα είναι τα δεδομένα των σλαβικών τοπωνυμίων, για τα όποια έχουν γίνει σημαντικές μελέτες, αλλά και λανθασμένες εκτιμήσεις και παρερμηνείες. Σύμφωνα με τον κατάλογο του Max Vasmer - τη μόνη ως τώρα παρά τις αδυναμίες της συνολική καταγραφή, τα σλαβικά μακροτοπωνύμια του ελληνικού χώρου είναι 2123 και κατανέμονται κατά περιοχές ως εξής: Μακεδονία 730, Θράκη 45, "Ήπειρος 412, Θεσσαλία 165, Αιτωλοακαρνανία 98, Ευρυτανία 48, Φθιώτιδα 55, Φωκίδα 45, Βοιωτία 22, Αττική 18, Πελοπόννησος 429, Νησιά τοϋ Ιονίου 16, Εύβοια 19, Νησιά του Αιγαίου 4, Κρήτη 17.
Ακόμη και αν δεν έχουν καταγραφεί όλα τα σλαβικά μακροτοπωνύμια του ελληνικού χώρου, ο αριθμός είναι πολύ μικρός σε σύγκριση με το σύνολο των δεκάδων χιλιάδων ελληνικών τοπωνυμίων. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο αριθμός αυτός δεν αντιπροσωπεύει απόλυτα την πραγματικότητα, γιατί α) περιέχει τοπωνύμια τα όποια εσφαλμένα θεωρούνται σλαβικά, ενώ μπορούν να εξηγηθούν από την ελληνική ή και την ιταλική γλώσσα, β) περιέχει σλαβικά τοπωνύμια πού μαρτυρούνται από μεσαιωνικές πηγές, αλλά δεν διασώθηκαν ως τή σύγχρονη εποχή και ταυτόχρονα τοπωνύμια σλαβικά πού εμφανίστηκαν σχετικά μεταγενέστερα και επέζησαν ως τις ημέρες μας. Υπάρχει δηλ. μια επικάλυψη ως προς την κατανομή του υλικού μέσα στο χρόνο και τούτο μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Δεν θα αναλύσω εδώ το μηχανισμό της ονοματοθεσίας των τοπωνυμίων και τη σημασία τους παραπέμπω γι' αυτό στην εμπεριστατωμένη ανάλυση του Δ. Ζακυθηνού. Περιορίζομαι μόνο να επαναλάβω ότι ορισμένα σλαβικά τοπωνύμια δεν αποτελούν πρωτογενείς σλαβικές ονοματοθεσίες, άλλα οφείλονται σε δευτερογενείς σχηματισμούς, γιατί, παρόλο πού προέρχονται από λέξεις σλαβικές, δόθηκαν στο χώρο άπό τρίτους φορείς, Έλληνες, Βλάχους η Αλβανούς, και όχι από τούς ίδιους τους Σλάβους. Έτσι, λέξεις σλαβικές πού πέρασαν στο καθημερινό ελληνικό λεξιλόγιο, πού μεταπλάστηκαν σύμφωνα με τους κανόνες της ελληνικής γλώσσας, όπως π.χ. οι λέξεις λόγγος, λαγκάδα, βάλτος κ.ά., και δόθηκαν από Έλληνες κατοίκους σε διάφορους τόπους, δέν μπορούν να θεωρηθούν τοπωνύμια σλαβικά είναι απλώς λεξιλογικά δάνεια.
Σχετικά με την κατανομή των σλαβικών τοπωνυμίων στο χώρο, παρατηρείται ότι συγκεντρώνονται σε ορεινές περιοχές, είναι λιγότερα στις πεδιάδες και ελάχιστα στα παράλια. Τούτο συμφωνεί και με τη γενική εικόνα των Σλάβων, που ήταν κυρίως γεωργοί ή και κτηνοτρόφοι και κατοικούσαν συνήθως στις πλαγιές και τις υπώρειες των βουνών. Άλλωστε η άμυνα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας απέναντι στη σλαβική διείσδυση ήταν πολύ πιο αποτελεσματική στα αστικά κέντρα και οι επίμαχες στρατιωτικά και οικονομικά θέσεις βρίσκονταν συνήθως στην πεδιάδα και στις ακτές. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι τα σλαβικά τοπωνύμια δείχνουν ένα λαό γεωργικό, πού αγνοούσε τον αστικό βίο και δεν είχε αναπτυχθεί πολιτικό και πολιτιστικά: τα περισσότερα τοπωνύμια έχουν σχέση με την καθημερινή ζωή και τη φύση, με τον αγροτικό και ποιμενικό βίο- δεν μαρτυρούνται τοπωνύμια με αφηρημένες έννοιες η δηλωτικά τού δημόσιου βίου και τής θρησκευτικής ζωής, που θα υποδήλωναν κάποια εξελιγμένη πολιτικά και πολιτιστικά κοινωνία. Η ίδια παρατήρηση ισχύει και για τις δάνειες στην ελληνική γλώσσα σλαβικές λέξεις. Γεγονός πού συμφωνεί και μέ τις μαρτυρίες των πηγών για την πολιτική και κοινωνική τους συγκρότηση.
Το μέγεθος των εγκαταστάσεων των Σλάβων στόν ελληνικό χώρο δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί αριθμητικά. Ωστόσο, ο P. Charanis παρατηρεί ότι «δεν θα πρέπει να ήταν υπερβολικά πολυάριθμοι σε σύγκριση με τον γηγενή πληθυσμό [...] γιατί διαφορετικά δεν θα είχαν χάσει οι περισσότεροι από αυτούς την ταυτότητα τους».

(Σημ. ΔΕΕ: Πηγές και παραπομπές στο βιβλίο-Οι επισημάνσεις δικές μου)

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Αιγαί-Έδεσσα


ΑΙΓΕΣ – ΕΔΕΣΣΑ: Τι ακριβώς «παίζεται»;
Του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη


Πρόσφατα, εμφανίσθηκαν σε τοπικό έντυπο δύο επιστολές μου, στις οποίες προσπάθησα να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα για το θέμα της αρχαίας πρωτεύουσας των Μακεδόνων βασιλέων και νεκρόπολης των Αιγών.
Αφορμή για τις επιστολές αυτές υπήρξε μια ενδιαφέρουσα βιβλιοκριτική από τον Βεροιώτη κ. Γιάννη Καρατσιώλη για την έκδοση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας του βιβλίου «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ: χθες και σήμερα» των Εδεσσαίων συγγραφέων Σ. Τότλη και Δ. Ε. Ευαγγελίδη. Κατά την γνώμη του κ. Καρατσιώλη, όπως αναφέρει: «…θα έπρεπε να αναφερθεί (ο συγγραφέας) και στις σχετικά νεότερες απόψεις περί Βεργίνας και Αιγών (Μ. Ανδρόνικος κλπ που δεν υπάρχουν στη βιβλιογραφία του) και όχι να θεωρείται δεδομένη η ταύτιση Έδεσσας και Αιγών…».
Επειδή το ιστορικό μέρος του παραπάνω βιβλίου γράφτηκε από τον υπογράφοντα οφείλω να δώσω μια εξήγηση γιατί ταυτίζω στο κείμενο την Έδεσσα με τις Αιγές, παρά την κυρίαρχη άποψη για την ταύτιση των Αιγών με την Βεργίνα. Επί πλέον, επειδή πολλοί συμπολίτες μας μου ζήτησαν περισσότερες λεπτομέρειες για το θέμα, έκρινα σκόπιμο να δημοσιεύσω μια επισκόπηση του ζητήματος με όσα στοιχεία έχω στην διάθεσή μου.

Οι Αιγές στην Βεργίνα;
Κατ’ αρχάς η ταύτιση Αιγών–Βεργίνας δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, παρά τους πακτωλούς χρημάτων που έχουν ξοδευτεί στην περιοχή. Το βιβλίο του ομότ. Καθηγητή Αρχαίας Ιστορίας κ. Ιωάννη Τουλουμάκου: «Ιστορικά προβλήματα των τάφων της Βεργίνας» – Θεσσαλονίκη 2006, υπήρξε καταλυτικό στην αμφισβήτηση αυτής της ταύτισης. Έτσι, τουλάχιστον μέχρι να προσκομιστούν ατράνταχτα στοιχεία και αποδείξεις, θα εξακολουθώ να επιμένω στην εξίσωση Αιγαί = Έδεσσα.
Στην απόρριψη όμως της Βεργίνας συμφωνούν πλέον ολοένα και περισσότεροι ειδικοί, Έλληνες και ξένοι, παρά την επιμονή συγκεκριμένου πλέγματος συμφερόντων, από τουριστικούς πράκτορες μέχρι πανεπιστημιακούς, που έχουν συνδεθεί με τον χώρο της Βεργίνας. Το άρθρο του Καθηγητή Κλασσικής Αρχαιολογίας του Α. Π. Θεσσαλονίκης κ. Παναγιώτη Β. Φάκλαρη, μέλους της πανεπιστημιακής ανασκαφής της Βεργίνας, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» στις 30-08-1998 με τίτλο «Ο τάφος του Φιλίππου: όνειρα και αλήθειες», εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και χωρίς ουσιαστική απάντηση στις βασικές του αντιρρήσεις και προβληματισμούς, παρά την πάροδο δεκαετίας και πλέον από την αρχική του δημοσίευση. Εξ άλλου, ο καθηγητής Π. Φάκλαρης δεν είναι τυχαίο πρόσωπο. Εκτός των άλλων, υπήρξε από το 1977 στενότατος συνεργάτης του Μανόλη Ανδρόνικου στις ανασκαφές της Βεργίνας. Σήμερα είναι μέλος της πανεπιστημιακής ομάδας που συνεχίζει την επιστημονική έρευνα στον σημαντικότατο αρχαιολογικό χώρο της Βεργίνας. Συνεπώς η άποψή του για την θέση των Αιγών και συνακόλουθα του τάφου του Φιλίππου έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Επομένως το να αναφερθούν «νεότερες απόψεις» περί Βεργίνας στην βιβλιογραφία δεν νομίζω ότι θα πρόσθετε κάτι παραπάνω και απλώς θα επέτεινε την υπάρχουσα σύγχυση στο συγκεκριμένο θέμα.
Υπενθυμίζω ότι το 1968 ο Άγγλος ιστορικός, Καθηγητής Νίκολας Χάμμοντ διετύπωσε την θέση ότι το βασιλικό νεκροταφείο των Μακεδόνων (άρα και οι Αιγές) βρισκόταν στην Βεργίνα. Πρότεινε, μάλιστα, ως τάφο του Φιλίππου (!) έναν μεγάλο μακεδονικό τάφο που ανέσκαψε ο Κ. Ρωμαίος το 1938 και στον οποίο βρέθηκε ένας μαρμάρινος θρόνος. Η θέση του Ν. Χάμμοντ για τις Αιγές υιοθετήθηκε και από τον Μ. Ανδρόνικο, αλλά μετά τις ανακαλύψεις του 1977 στην Βεργίνα.
Όπως έχει τονίσει ο κ. Φάκλαρης «Η επιχειρηματολογία του Ν. Χάμμοντ είναι κατά την άποψή μου μη πειστική» και επισημαίνει ότι υπάρχει μία σημαντική τοπογραφική λεπτομέρεια, που δεν ελήφθη υπ΄ όψη από τους υποστηρικτές της άποψης Χάμμοντ. Αυτή η λεπτομέρεια είναι ότι οι Αιγές, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές (Διόδωρος, Πτολεμαίος) βρίσκονταν στην Βοττιαία, δηλαδή στην περιοχή της Μακεδονίας που εντοπίζεται βορείως του Αλιάκμονα και ανατολικά του Βερμίου και όχι στην Πιερία όπου ήταν (και είναι) η Βεργίνα. Ο Αλιάκμων αποτελούσε μάλλον το φυσικό σύνορο ανάμεσα στην Βοττιαία και την Πιερία. Πιθανές αλλαγές της ροής του Αλιάκμονα δεν θα επηρέαζαν την τοποθέτηση των Αιγών από τους αρχαίους συγγραφείς.

Ηρόδοτος και Αιγές
Την σημαντικότερη πάντως πληροφορία για την θέση των Αιγών την προσφέρει ο Ηρόδοτος, ο οποίος δίνει συγκεκριμένα τοπογραφικά στοιχεία. Αναφερόμενος στην πρώτη πόλη που εγκαταστάθηκε η βασιλική οικογένεια των Μακεδόνων, οι Τημενίδες, γράφει: «…Έτσι εκείνοι (τα τρία αδέλφια), φτάνοντας σε άλλη περιοχή της Μακεδονίας, εγκαταστάθηκαν κοντά στους λεγόμενους κήπους του Μίδα, του γιου του Γορδίου, όπου φυτρώνουν άγρια ρόδα που το καθένα τους έχει εξήντα πέταλα και η ευωδιά τους είναι ανώτερη από τα άλλα. Σε αυτούς τους κήπους, όπως διηγούνται οι Μακεδόνες, πιάστηκε σε παγίδα και ο Σειληνός. Πάνω δε από αυτούς τους κήπους υψώνεται ένα βουνό με το όνομα Βέρμιον αδιάβατο κατά την διάρκεια του χειμώνα. Μόλις κατάφεραν να εξουσιάσουν αυτήν την περιοχή, την χρησιμοποίησαν ως ορμητήριο για να κατακτήσουν και την υπόλοιπη Μακεδονία...». (το απόσπασμα αυτό, αλλά και ολόκληρη η διήγηση του Ηροδότου υπάρχει στην σελίδα 71 του προαναφερθέντος βιβλίου μας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ).
Το όρος Βέρμιον βρίσκεται πολύ βορειότερα της Βεργίνας και στην αρχαιότητα σαφώς ανήκε στην Βοττιαία, η οποία στην αρχαιότητα περιελάμβανε μεγάλα τμήματα των σημερινών Νομών Πέλλας, Ημαθίας και τμήμα του Νομού Κιλκίς, δυτικά του Αξιού.
Οι Αιγές, όπως είναι γενικά αποδεκτό, ιδρύθηκαν στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. Συνεπώς είναι λογικό να περιμένουμε ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα θα άρχιζαν από αυτήν την περίοδο και θα έφθαναν μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια. Όμως, στην Βεργίνα, τα ευρήματα αρχίζουν από τον 10ο αιώνα (φρυγική περίοδος) ενώ παρατηρείται ένα αρχαιολογικό κενό μεταξύ 650-550 π.Χ., δηλαδή ακριβώς στην περίοδο της πρώτης εξάπλωσης των Μακεδόνων.
Αν και τίποτα δεν αποκλείει το κενό αυτό να καλυφθεί στο μέλλον, πρέπει να σημειώσουμε τα εξής: Αναμφισβήτητο γεγονός παραμένει ότι δεν έχει βρεθεί ακόμη η παραμικρή αντικειμενική απόδειξη (π.χ. κάποια επιγραφή) που να ταυτίζει την Βεργίνα με τις Αιγές. Μάλιστα, το ανάκτορο, οι ναοί, το θέατρο και οι οχυρώσεις χρονολογούνται στην μετά τον Μεγάλο Αλέξανδρο περίοδο και δεν μπορούν να συναρτηθούν με τις Αιγές. Ποια μακεδονική πόλη βρίσκεται επομένως στην Βεργίνα; Ο κ. Φακλάρης δέχεται την παλαιότερα διατυπωμένη άποψη ότι πρόκειται για την Βάλλα.
Τέλος, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι γράφοντας το ιστορικό τμήμα για την αρχαία Μακεδονία στο προαναφερθέν βιβλίο μας «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ: χθες και σήμερα» προσπάθησα να παρουσιάσω τις τρέχουσες επιστημονικές απόψεις, που ασφαλώς δεν έχουν και δεν πρέπει να έχουν σχέση με «τοπικιστικές τάσεις», όπως με κατηγορεί ο κ. Καρατσιώλης. Απλώς, είμαι πιθανόν κάπως περισσότερο ενημερωμένος, μια και Γερμανοί κυρίως ιστορικοί, έχουν αρχίσει να τοποθετούν και πάλι στους Χάρτες τους τις Αιγές στην Έδεσσα (βλ. π.χ. τον γερμανικό Παγκόσμιο Ιστορικό Άτλαντα του 1997 – Westermanns: Atlas zur Weltgeschichte–Braunschweig) και είμαι βέβαιος ότι ο αγαπητός κ. Καρατσιώλης δεν θα σπεύσει να τους κατηγορήσει ως «Εδεσσαιολάτρες». Προφανώς οι ξένοι ιστορικοί δεν «παραμυθιάζονται» τόσο εύκολα…
Ακολούθησε μια νέα επιστολή του κ. Καρατσιώλη, στην οποία διευκρίνιζε ότι και αυτός συμφωνεί ότι η Βεργίνα είναι αδύνατον να ταυτιστεί με τις αρχαίες Αιγές, με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα. Στην δεύτερη επιστολή του ο επιστολογράφος και βαθύς γνώστης, όπως αποδεικνύεται, των θεμάτων της περιοχής μας, έθιξε και κάποια άλλα ενδιαφέροντα ζητήματα, με τα οποία πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε.

Φίλιππος ή Αλέξανδρος;
Το πρώτο από αυτά είναι η επιχειρηματολογία κάποιου απόστρατου ανώτατου αξιωματικού, τον οποίο αναφέρει ο κ. Καρατσιώλης, με τους ισχυρισμούς ότι: «…Ο Μ. Αλέξανδρος και η βασίλισσα Ρωξάνη επανατάφηκαν επί Αντίγονου Γονατά στον τάφο ΙΙ της Βεργίνας ως βασιλείς της Μακεδονίας και της Ασίας […] Στον τάφο ΙΙ επανατάφηκε το 12χρονο παιδί τους Βασιλιάς Αλέξανδρος Δ'…».
Φοβoύμαι ότι τέτοιου είδους απόψεις κατατάσσονται μάλλον στις λεγόμενες «Μη-συμβατικές Θεωρίες», με την παθογένεια των οποίων έχω ασχοληθεί σε σχετικά πρόσφατο βιβλίο μου (Δ. Ε. Ευαγγελίδη: «Μη-συμβατικές θεωρίες»: Οι κερδοσκόποι του «ελληνισμού» και ο φενακισμός των αφελών – «Κυρομάνος», Θεσσαλονίκη 2007). Δύο λόγια μόνο για τον εν λόγω ισχυρισμό: Η κατοχή του νεκρού Αλέξανδρου Γ΄ και στη συνέχεια η ταφή του στην Αίγυπτο αποτελούσε ένα ασύγκριτο πολιτικό-ιδεολογικό πλεονέκτημα των Πτολεμαίων της Αιγύπτου για προφανείς λόγους. Ο ιδρυτής της Δυναστείας και παιδικός φίλος (ίσως και νόθος αδελφός) του Μακεδόνα στρατηλάτη, ο Πτολεμαίος Α΄ ο «Σωτήρ», πραγματοποίησε ολόκληρη επιχείρηση για να αποκτήσει τον νεκρό, ώστε να νομιμοποιήσει όλες τις μετέπειτα ενέργειές του (διεκδίκηση της αυτοκρατορίας, ισχυροποίησή του ως βασιλέα της Αιγύπτου κ.λπ.), αλλά να αποκτήσει και πρόσθετο κύρος. Θα ήταν λοιπόν τελείως ακατανόητο, ο διάδοχός του, Πτολεμαίος Β΄ ο «Φιλάδελφος», που ανέβηκε στον θρόνο της Αιγύπτου το 283 π.Χ. μετά τον θάνατο του πατέρα του, να παραχωρήσει τον ταριχευμένο νεκρό του Αλεξάνδρου (όπως ισχυρίζεται ο αρθρογράφος) σε οποιονδήποτε, έτσι απλά. Και όχι σε οποιονδήποτε, αλλά στον άσπονδο εχθρό του, Αντίγονο Β΄ Γονατά, τον βασιλέα της Μακεδονίας, τον οποίον μάλιστα θεωρούσε σφετεριστή και υποκινούσε συνεχώς εναντίον του διαφόρους εχθρικούς ηγεμόνες (π.χ. Πύρρο Α΄ και Αλέξανδρο Β΄ της Ηπείρου, τους βασιλείς της Σπάρτης Κλεώνυμο, Αρέα κ.ά)!
Με ποιόν τελικά τρόπο (μάλλον ταχυδακτυλουργικώς) μεταφέρθηκε ξαφνικά στη Μακεδονία η σορός του Μεγάλου Αλεξάνδρου, δεν μας το διευκρινίζει πάντως ο αρθρογράφος, αλλά αναφέρει αόριστα ότι: «…οι Μακεδόνες, ύστερα από δυο ανεπιτυχείς προσπάθειες […] πέτυχαν τελικά, όπως προκύπτει από τα λείψανα και τα ευρήματα του τάφου ΙΙ της Βεργίνας, να αφαιρέσουν από τη Μέμφη τα οστά του Μ. Αλέξανδρου μεταφέροντας τα στη Μακεδονία…», υποκαθιστώντας το (αναπόδεικτο και φανταστικό) συμπέρασμα με την υπόθεση!

Πολιτική και Αρχαιολογία
Το δεύτερο σημείο στο οποίο θέλω να σταθώ είναι η (δικαιολογημένη) αγανάκτηση του κ. Καρατσιώλη εναντίον συγκεκριμένης καθηγήτριας Αρχαιολογίας και η μάλλον πικρόχολη κριτική του για το πώς «γίνονται τα συνέδρια των αρχαιολόγων». Νομίζω ότι αυτή η κριτική είναι σκληρή και άδικη.
Γνωρίζω προσωπικά πολλούς αρχαιολόγους, που με τιμούν με την φιλία τους και τους οποίους εκτιμώ πραγματικά, παρ’ όλο που διαφωνούμε σε αρκετά ζητήματα, όπως π.χ. το θέμα των Αιγών. Οι περισσότεροι είναι αφοσιωμένοι με πάθος στο έργο τους, παλεύουν με ένα σωρό αντιξοότητες (λόγω του πανάθλιου ελλαδικού κράτους), είναι σεμνοί και ακούραστοι εργάτες της επιστήμης. Κατανοώ επίσης την δικαιολογημένη (απόλυτα) φιλοδοξία τους να φέρουν στο φως μια μεγάλη και σημαντική αποκάλυψη και μάλιστα «με ονοματεπώνυμο», που έλεγε η παλιά διαφήμιση. Ο μακαρίτης Ανδρόνικος για χρόνια έκανε ανασκαφές στην Βεργίνα, αλλά πέρα από ένα κύκλο συναδέλφων του ήταν παντελώς άγνωστος στο ευρύ κοινό. Όταν όμως «διαδόθηκε» ότι η Βεργίνα ήταν η αρχαία πρωτεύουσα των Μακεδόνων, οι Αιγές, ο δε τάφος ΙΙ ανήκε στον πατέρα του Μ. Αλεξάνδρου, τον Φίλιππο Β΄, έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο! Ασφαλώς, δεν είναι το ίδιο να ανακαλύπτεις έναν ανώνυμο αρχαίο οικισμό με το ανακαλύπτεις π.χ. την αρχαία Τροία! Ποιος θα ήξερε σήμερα άραγε τον Ερρίκο Σλήμαν; Αλλά από το σημείο αυτό της ευγενούς φιλοδοξίας, μέχρι το σημείο να επιμένεις και να παραμυθιάζεις τον κόσμο εν έτει 2009 περί Αιγών και τάφου του Φιλίππου Β΄, έχει μεγάλη διαφορά. Η εν λόγω κυρία την οποία αναφέρει ο κ Καρατσιώλης προφανώς δεν ανήκει στην κατηγορία των «σεμνών και ταπεινών» αρχαιολόγων που περιέγραψα. Εξ άλλου νομίζω ότι δεν χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις. Η πρόσφατη μεταπήδησή της (με περισσή ευκολία θα έλεγα) στην πολιτική και μάλιστα σε εκλόγιμη θέση του ευρωψηφοδελτίου μεγάλου κόμματος, θεωρώ ότι επιβεβαιώνει την κριτική του κ. Καρατσιώλη. Προσωπικά αντιμετωπίζω με μεγάλο σκεπτικισμό τέτοιες περιπτώσεις, πέρα από το γεγονός ότι η υπεροψία, ο αρριβισμός και το αλάθητο του Πάπα με εξόργιζαν και με εύρισκαν πάντα αντίθετο.

Όχι ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας
Τέλος, θα ήθελα να δώσω κάποια στοιχεία που μου ζήτησε ο αγαπητός κ. Καρατσιώλης σχετικά με το αν έγινε ανθρωπολογική έρευνα στα φερόμενα ως «οστά του Φιλίππου Β΄».
Ανθρωπολογικές εξετάσεις των οστών έγιναν λίγο μετά την ανακάλυψή τους από τον κ. Νικ. Ξυροτύρη, Καθηγητή Ανθρωπολογίας της Ιατρικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών και τον Καθηγητή Αρχαιολογίας F. Langenscheldt. Στην έκθεση που δημοσιεύθηκε το 1981 στο επιστημονικό περιοδικό «Αρχαιολογική Εφημερίς» [N. I. Xirotiris, F. Langenscheldt: “The cremations from the Macedonian tombs of Vergina” 143–160 (1981)], αναφέρεται ότι δεν διαπιστώθηκαν ίχνη τραυμάτων στα οστά. Το συμπέρασμα ήταν ότι ήταν αδύνατον να ανήκουν στον Φίλιππο Β΄ τα ανακαλυφθέντα οστά.
Σύντομα μία άλλη ομάδα, αποτελούμενη από 3 Βρεταννούς (ο καθ. Ανατομίας του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ Jonathan Musgrave, ο αρχαιολόγος John Prag από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ και ο ειδικευμένος ζωγράφος Richard Neave του Μουσείου του Μάντσεστερ) ζήτησαν να μελετήσουν τα οστά και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο νεκρός ήταν ο Φίλιππος Β΄, εμφανίζοντας μάλιστα και αναπαράσταση του προσώπου του!
Περίληψη της 17σέλιδης μελέτης τους, με τίτλο «Το κρανίο του τάφου της Βεργίνας. Φίλιππος Β' ο Μακεδών», που δημοσιεύθηκε στην «Journal of Hellenic Studies» (1984), παρουσίασαν στο 12ο Διεθνές Συνέδριο Κλασσικής Αρχαιολογίας στην Αθήνα το 1983, σε εφημερίδες, εικονογραφημένα περιοδικά και σε διαλέξεις στο Μάντσεστερ, στο Λονδίνο, στο Μπρίστολ και αλλού.
Μετά από τις δύο αυτές αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις και τις αναμενόμενες αντιπαραθέσεις που πυροδότησαν, η κατάσταση αποτελματώθηκε για δύο δεκαετίες περίπου. Τον Απρίλιο όμως του 2000 ο παλαιοανθρωπολόγος Αντώνης Μπαρτσιώκας, του Ινστιτούτου Ανθρώπινης Εξέλιξης και αναπληρωτής καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, δημοσιεύει στο διεθνούς κύρους περιοδικό «Σάϊενς» [A. Bartsiokas “The Eye Injury of King Philipp II and the Skeletal Evidence from the Royal Tomb II at Vergina”, Science 288 (21 April 2000) 511-14], τα αποτελέσματα της μελέτης του στα υποτιθέμενα οστά του Φιλίππου Β΄. Χρησιμοποιώντας σύγχρονες τεχνικές και ιδιαίτερα την τεχνική της «μακροφωτογράφησης» (macrophotography), απέδειξε ότι τα ευρήματα της ομάδας Musgrave–Prag–Neave ήσαν λανθασμένα και τα φερόμενα ως τραύματα αποτελούσαν κανονικές απλές ιδιαιτερότητες των οστών, τονισμένες λόγω της καύσης του νεκρού και της κακής επανασυναρμολόγησής τους.
Τα συμπεράσματά του δικαίωσαν έτσι πανηγυρικά την Έκθεση του 1981 των Ξυροτύρη–Langenscheldt, οι οποίοι επίσης δεν είχαν διαπιστώσει τραύματα στα οστά, αποκλείοντας με αυτόν τον τρόπο κάθε εκδοχή περί Φιλίππου Β΄.
Υπενθυμίζω ότι ο βασιλιάς-πολεμιστής Φίλιππος Β΄ είχε τραυματιστεί σοβαρά σε πάμπολλες μάχες και σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα είχε γλιτώσει τον θάνατο ως εκ θαύματος, όπως το 355 π.Χ. στην πολιορκία της Μεθώνης, όπου έχασε το δεξί του μάτι ή το βαρύ τραύμα στο δεξί μηρό που δέχθηκε το 339 π.Χ. σε μάχη με τους Τριβαλλούς, η οποία τον άφησε χωλό.
Τον ίδιο μήνα (Απρίλιος 2000) εμφανίζεται ένα βαρυσήμαντο άρθρο στο γνωστό και εγκυρότατο περιοδικό «Αρχαιολογία» (Archaeology), που εκδίδει το Αμερικανικό Ινστιτούτο Αρχαιολογίας (Archaeological Institute of America), από την κα Angela M.H. Schuster, εκδότρια του περιοδικού, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Όχι ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας» (“Not Philip II of Macedon”).
Στο άρθρο αυτό παρουσιάσθηκε η εργασία του καθηγητή Α. Μπαρτσιώκα με λεπτομέρειες και φωτογραφίες, καθώς και μια ανασκόπηση του προβλήματος, καταλήγοντας ότι οι πιθανότητες να βρεθούν τα πραγματικά οστά του Φιλίππου Β΄ είναι εξαιρετικά μικρές (…chances of finding the real King Philip II are slim at best).
Μετά τα παραπάνω πιστεύω ότι και ο πλέον σκεπτικιστής αναγνώστης πείστηκε ότι η τόσο διαδεδομένη (ίσως και λόγω της δικής μας ολιγωρίας) άποψη περί ταύτισης των Αιγών με την Βεργίνα δεν είναι και τόσο σίγουρη. Ταυτίζεται όμως πραγματικά η Έδεσσα με τις Αιγές; Αυτό, για να είμαι ειλικρινής, είναι μια άλλη συζήτηση…

Έδεσσα, 14 Ιουνίου 2009
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Υ.Γ. Η ορθογραφία του κειμένου και η επιλογή των γραμματικών τύπων είναι δική μου επιλογή. Δ.Ε.Ε.