του τύπου…

ειδήσεις, κριτικές, επικαιρότητα και άλλα...


******************************************************


"…Στον ελληνισμό, μετέχει κάποιος εθελουσίως. Είναι τιμή και ευθύνη η ελληνική ταυτότητα. Η ελληνικότητα δεν επιβάλλεται, αλλά κερδίζεται και αποδεικνύεται με αγώνες, θυσίες και ήθος. Πρόκειται για θεϊκό χάρισμα και όχι για καταναγκασμό. Ο ελληνισμός κανέναν δεν παρακαλάει.

Όποιος δεν θέλει να είναι Έλληνας, κακό του κεφαλιού του. Ας αρκεσθεί στη μίζερη και ελεεινή σκοπιανή ιδιότητα ή ας παραμείνει στην πνευματική αναξιοπρέπεια του κακώς εννοούμενου τοπικισμού και της γκρίνιας για τα κονδύλια. Αυτά δεν τα λέω για να δικαιολογήσω την κρατική απραξία, ούτε για να εθελοτυφλούμε μπροστά στον κίνδυνο από τη διείσδυση των πρακτόρων. Χρειάζεται συνεχής άμυνα και αντίσταση. Αλλά συγχρόνως δεν πρέπει να αποδίδουμε στους αργυρώνητους κομιτατζήδες καμιά ιδιότητα φοβερού και τρομερού μαζικού κινήματος αφελληνισμού. Εάν σώσουμε το όνομα της Μακεδονίας, οι πρακτορίσκοι πιθανότατα θα εξαφανισθούν μία για πάντα. Θα τους καταπιεί η ίδια η Ιστορία…"





Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αξιόλογες Ταινίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αξιόλογες Ταινίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Ραντεβού στον αέρα


Ραντεβού στον αέρα (Up in the air) ΗΠΑ 2009, διάρκεια 110΄

Τζορτζ Κλούνεϊ, Βέρα Φαρμίγκα, Άννα Κέντρικ, Τζέισον Μπέιτμαν, Σκηνοθεσία: Τζέισον Ράιτμαν

Μια κριτική από τον Δημήτρη Π.

Οδηγίες προς Αμερικανούς με κρίση μέσης ηλικίας
Ένα από πλέον αναγνωρίσιμα σημεία των καιρών μας είναι η έλλειψη ασφάλειας. Τρομοκρατικές απειλές, νέες ασθένειες, εργασιακή ανασφάλεια, περίπλοκες κοινωνικές σχέσεις συνθέτουν ένα σύμπλοκο που απειλεί τόσο την προσωπική μας γαλήνη όσο και τον καθιερωμένο τρόπο ζωής μας. Στην τελευταία ταινία του ο σκηνοθέτης Τζ. Ράιτμαν επιχειρεί να περιγράψει, αλλά και να τοποθετηθεί επί θεμάτων που όπως φαίνεται αγχώνουν ιδιαίτερα τον μέσο Αμερικανό.

Ο Ράιαν Μπίγκχαμ (Τζορτζ Κλούνεϊ) είναι στέλεχος μια εταιρείας που αναλαμβάνει να ανακοινώσει σε εργαζόμενους την απόλυσή τους. Επωμιζόμενος το βάρος και την ευθύνη που δεν μπορούν να αναλάβουν τα αφεντικά τους, ο Ράιαν ταξιδεύει συνεχώς και βρίσκεται μόνιμα σε αεροδρόμια, αεροπλάνα, ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα με μια βαλίτσα στο χέρι. Δεν έχει υλικά ή προσωπικά βάρη καθώς διατηρεί ένα μικρό και παραμελημένο στούντιο στο οποίο ζει ελάχιστες ημέρες κατά την διάρκεια του έτους, ενώ δεν είναι παντρεμένος, δεν έχει παιδιά, δεν έχει σοβαρή σχέση και είναι αποξενωμένος από τις δύο αδερφές του. Σε διαλέξεις που δίνει υποστηρίζει ότι όλα τα παραπάνω δηλαδή οι φίλοι, η οικογένεια, τα παιδιά, το σπίτι, το αυτοκίνητο κτλ. δημιουργούν στον άνθρωπο ένα αφόρητό βάρος που τον καταπιέζει και του δημιουργεί δυστυχία.
Οι περιπλοκές και η ανάπτυξη του θέματος της ταινίας αρχίζουν όταν στη ζωή του Ράιαν μπαίνουν δύο γυναίκες, η Άλεξ (Βέρα Φαρμίγκα) και η Νάταλι Κίνερ (Άννα Κέντρικ). Η Άλεξ είναι μια γοητευτική σαραντάρα που ζει παρόμοια με τον Ράιαν ζωή και με την οποία θα συνάψει περιστασιακή σχέση. Η Νάταλι είναι μια νεαρή υπάλληλος της εταιρείας στην οποία εργάζεται ο Ράιαν που προτείνει ότι οι απολύσεις για λόγους μείωσης του κόστους θα πρέπει να πραγματοποιούνται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να απαιτούνται τα συνεχή αεροπορικά ταξίδια. Οι δύο αυτές γυναίκες απειλούν την κοσμοθεωρία του Ράιαν: η Νάταλι προσπαθεί να τον καθηλώσει στο σπίτι του, ενώ η Άλεξ, για την οποία όπως είναι αναμενόμενο επιδεικνύει συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον, τείνει να γίνει η σοβαρή και μόνιμη σχέση του.

Όπως είναι φανερό από τα παραπάνω το θέμα της ταινίας αφορά την αλλαγή του τρόπου ζωής που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια κυρίως στις Η.Π.Α. όπου η διαρκής κινητικότητα, η χαλάρωση βασικών θεσμών όπως της οικογένειας, η ανασφάλεια στις εργασιακές σχέσεις, αλλά και η πολιτιστική ισοπέδωση δημιουργούν ένα υπόστρωμα όπου οι άνθρωποι αποστρέφονται παραδοσιακές αξίες, φοβούνται να αναλάβουν οποιαδήποτε ευθύνη ή δέσμευση, τυποποιούν και μειώνουν την προσωπικές και κοινωνικές τους σχέσεις.
Είναι γεγονός ότι το σενάριο είναι λεπτοδουλεμένο, ο Κλούνεϊ, η Κέντρικ και η Φαρμίγκα αποδίδουν ικανοποιητικότατα τους ρόλους τους χωρίς υπερβολές και εκπτώσεις και ο Ράιτμαν σκηνοθετεί με σεβασμό προς τον θεατή και το θέμα της ταινίας. Από την άλλη, είναι φανερό ότι το θέμα αναλύεται επιφανειακά, γεγονός που αναπόφευκτα οδηγεί σε ένα ρηχό τέλος που αφήνει ανικανοποίητο τον θεατή.

Βεβαίως, η ανάλυση θεμάτων όπως οι κοινωνικές σχέσεις και θεσμοί, ο τρόπος ζωής και οι αληθινές αξίες, απαιτεί βαθιές φιλοσοφικές και πολιτιστικές γνώσεις, οι οποίες φαίνεται να λείπουν από τον σκηνοθέτη και τον σεναριογράφο. Επίσης, παρακολουθώντας την ταινία, γίνεται κατά την άποψή μου φανερή και η διαφορά της αμερικάνικης με την ευρωπαϊκή, και εάν θέλετε την ελληνική κουλτούρα σε ότι αφορά θέματα τρόπου ζωής και αξιών. Η ταινία αναλώνει όλη της την ενέργεια στο να πείσει για την αξία ύπαρξης προσωπικών σχέσεων και συναισθημάτων στη ζωή μας θεωρώντας ότι αυτή είναι η αληθινή ζωή, θέμα το οποίο οι ευρωπαϊκές και οι ελληνικές κοινωνίες το έχουν αναλύσει ενδελεχώς. Τελικά ίσως είμαστε τυχεροί που γεννηθήκαμε σε αυτήν την γωνιά του πλανήτη.

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω δεν αποτελεί έκπληξη ότι η ταινία είναι από τους πρωταγωνιστές των φετινών Όσκαρ, με 6 υποψηφιότητες: καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, προσαρμοσμένου σεναρίου, Α’ ανδρικού ρόλου (Τζορτζ Κλούνεϊ) και Β’ Γυναικείων Ρόλων (Βέρα Φαρμίγκα, Αννα Κέντρικ)

Δ.Π.

Πηγή: http://vivliofiloi.blogspot.com/


Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Αβατάρ

ΑΒΑΤΑΡ, Μια ταινία του Τζέϊμς Κάμερον

Παρουσίαση: Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Η ταινία (διάρκειας 161΄) μπορεί να χαρακτηριστεί αναντίρρητα ως μια ταινία-κόλαφος στην επιθετικότητα και απληστία των Δυτικών (λέγε με Η.Π.Α. και όχι μόνον), στην αδίστακτη καταστροφή του περιβάλλοντος, στην αρπαγή των πρώτων υλών από τους «ιθαγενείς» και την απόκτησή τους με κάθε κόστος (βίαιη υποχρεωτική μετακίνηση πληθυσμών, σφαγιασμός τους αν αντισταθούν), στην εμπορευματοποίηση των πάντων, στην απουσία ηθικής και την αντικατάστασή της με την έννοια «κέρδος».

Η υπόθεση
Η ιστορία εκτυλίσσεται στο μέλλον, όπου ο Τζέικ Σάλλυ, παραπληγικός βετεράνος πολέμου, στέλνεται χωρίς να το επιθυμεί, στην Πανδώρα, το χαμηλής βαρύτητας, αλλά πλούσιο σε πρώτες ύλες και ζωντανούς οργανισμούς φεγγάρι του πλανήτη-γίγαντα Πολύφημου, ενός από τους τρεις γιγάντιους αεριώδεις πλανήτες που περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο του γειτονικού μας (4.4 έτη φωτός) πλανητικού συστήματος Α του Κενταύρου.
Το έτος 2154 που ξεκινάει η υπόθεση της ταινίας, μια εξορυκτική εταιρεία από την Γη έχει εγκατασταθεί στην Πανδώρα για να εκμεταλλευτεί τα αποθέματά της σε ανοπτάνιο (unobtanium = το μη αποκτήσιμο, στους ελληνικούς υπότιτλους μεταφράζεται δυσπρόσιτο, ένα υποθετικό στοιχείο με εκπληκτικές ιδιότητες, που κατά το σενάριο κοστίζει 20.000 φορές περισσότερο από τον χρυσό!). Ο επικεφαλής της Εταιρείας προσλαμβάνει πρώην πεζοναύτες και άλλους στρατιώτες ως μισθοφόρους για να αντιμετωπίσει τους ιθαγενείς κατοίκους της Πανδώρας, τους Να’βι (Na’vi), μια σκληροτράχηλη, πανύψηλη (2,7 μ.) φυλή ανθρωποειδών, με σκελετό φυσικώς ενισχυμένο με ανθρακόνημα και βιοφωσφορίζον γαλάζιο δέρμα, η οποία πολιτιστικά βρίσκεται στην παλαιολιθική εποχή (κυνηγοί-συλλέκτες).
Οι Να’βι ζουν σε πλήρη αρμονία με τον φυσικό τους κόσμο και το περιβάλλον, θεωρούμενοι από τους γήινους ως πρωτόγονοι και απολίτιστοι. Οι Να’βι λατρεύουν την Θεά-Μητέρα που ονομάζεται Έϊουα (Eywa) και με την οποία συνδέονται όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί του πλανήτη.
Επειδή οι γήϊνοι δεν μπορούν να αναπνεύσουν την ατμόσφαιρα της Πανδώρας που αποτελείται από διοξείδιο του άνθρακος, μεθάνιο και αμμωνία (κυκλοφορούν με ειδικές μάσκες όταν βρίσκονται σε ανοικτούς χώρους) και λόγω του ότι οι σχέσεις τους με τους Να’βι είναι δύσκολες, μια ομάδα ερευνητών με επικεφαλής την Δρα Γκρέϊς Ωγκυστίν (που υποδύεται η εξειδικευμένη πλέον σε τέτοιους ρόλους Σιγκούρνυ Γουήβερ) επινοούν το Πρόγραμμα «Αβατάρ», όπου με την βοήθεια της γενετικής μηχανικής συνδυάζουν ανθρώπινο DNA με των Νά’βι δημιουργώντας βιώσιμα υβρίδια. Το άτομο που έδωσε DNA συνδέεται πνευματικά μέσω μιας συγκεκριμένης διαδικασίας με το αβατάρ του, επιτρέποντας τον πλήρη έλεγχο του υβριδικού σώματος, αλλά μόνον όταν το φυσικό του σώμα βρίσκεται σε κατάσταση νάρκης μέσα σε ειδική συσκευή. Όταν το υβρίδιο/Να’βι κοιμάται, το ανθρώπινο σώμα ξυπνάει και μπορεί να δώσει πληροφορίες για το τι έζησε ως αβατάρ.
Τα υβριδικά αυτά σώματα κοστίζουν εκατομμύρια και η παραγωγή τους όσο και η σύνδεσή τους ώστε να αποκτηθεί πρόσβαση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη και δύσκολη. Στο πρόγραμμα αυτό συμμετείχε αρχικά ο δίδυμος αδελφός του Τζέϊκ Σάλλυ, επιστήμονας που συμμετείχε ενεργά στο πρόγραμμα. Όταν σκοτώνεται τυχαία στην Γη, καθώς κάποιος πήγε να τον ληστέψει, άνθρωποι της Εταιρείας πλησιάζουν τον Τζέϊκ, ο οποίος είναι πρώην πεζοναύτης και παράλυτος από την μέση και κάτω λόγω πολεμικού τραύματος και του προτείνουν να πάρει την θέση του αδελφού του λόγω γενετικής συμβατότητας με το αβατάρ που είχαν δημιουργήσει. Αυτή βέβαια η πρωτοβουλία της Εταιρείας (που δεν ήθελε να χάσει χρήματα από την αχρήστευση του αβατάρ) δυσαρεστεί έντονα την Δρα Ωγκυστίν, καθώς ο νεκρός αδελφός του Τζέϊκ είχε διδακτορικό και χρόνια εκπαίδευσης για να συμμετάσχει ενεργά στο πρόγραμμα. Επί πλέον ο Τζέϊκ αγνοούσε πλήρως την γλώσσα και τον πολιτισμό των Να’βι και δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ αβατάρ. Τελικώς, η Δρ Ωγκυστίν δέχεται τον Τζέϊκ, όχι όμως ως επιστήμονα-μελετητή των Να’βι, αλλά απλά ως φρουρό ασφαλείας. Φθάνοντας ο Τζέϊκ στην Πανδώρα μαζί με άλλους στρατιώτες μπαίνει στο πρόγραμμα και διαπιστώνει ότι ελέγχει πλήρως το νέο του σώμα, κάτι που τον γεμίζει ευφορία συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι πλέον ένας άχρηστος ανάπηρος πρώην πεζοναύτης. Στην πρώτη αποστολή ως αβατάρ, μαζί με τα αβατάρ της Δρος Ωγκυστίν και ενός άλλου επιστήμονα, ο Τζέϊκ χάνεται στο σχεδόν παραμυθένιο, αλλά εξ ίσου φονικό, περιβάλλον της Πανδώρας, όμως καταφέρνει να επιβιώσει, γνωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο μια γυναίκα Να’βι, την Ναϊτίρι, μια μοιραία συνάντηση για τις τύχες όλων, αλλά και του πλανήτη. Η συνέχεια επί της οθόνης, όπως έλεγαν παλιά στις διαφημίσεις.

Τεχνικά στοιχεία
Η ταινία διανεμήθηκε στις αίθουσες σε δύο εκδοχές: Την απλή δισδιάστατη και την εκπληκτική τρισδιάστατη εκδοχή της, που κατά την άποψη μας, αποτελεί σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου, όχι μόνον λόγω των νέων τεχνικών που χρησιμοποιήθηκαν (εξελιγμένες τεχνικές 3D, στερεοσκοπικές λήψεις με κάμερες ειδικά σχεδιασμένες για την συγκεκριμένη παραγωγή), αλλά και λόγω των ψηφιακά επεξεργασμένων εντυπωσιακών σκηνών της ταινίας, που καθηλώνουν τον θεατή και του δημιουργούν την ψευδαίσθηση της παρουσίας του στα δρώμενα.
Το κόστος παραγωγής υπολογίζεται ότι έφθασε τα 300 εκατομ. δολλάρια, στα οποία πρέπει να προστεθούν και άλλα 150 εκατομ. για την διαφημιστική προβολή της. Η προβολή της παγκόσμιας πρεμιέρας πραγματοποιήθηκε στις 17/18 Δεκεμβρίου και υπολογίζεται ότι την πρώτη μόνον εβδομάδα εισπράχθηκαν συνολικά πάνω από 250 εκατομ. που τοποθετεί την ταινία στην ένατη θέση όλων των εποχών από πλευράς αρχικών εισπράξεων, αλλά στην πρώτη θέση των ταινιών ανεξάρτητης παραγωγής και πρωτότυπης ταινίας. Σύμφωνα με νεώτερες πληροφορίες (in.gr), η ταινία ήδη συγκέντρωσε 1,14 δις δολλάρια! Η ταινία εξακολουθεί να «κυριαρχεί» στο αμερικάνικο box office για τέταρτο συνεχόμενο Σαββατοκύριακο.

Το θέμα της ταινίας
Η υπόθεση της ταινίας θίγει κατά βάση τα θέματα του επιθετικού αποικισμού, της θεοποίησης του κέρδους, της σύγκρουσης πολιτισμών, της οικολογικής ισορροπίας και της βιοποικιλότητας.
Όσοι είναι λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας και έχουν διαβάσει τα εκπληκτικά βιβλία της μεγάλης Αμερικανίδας συγγραφέως Ούρσουλας Λε Γκεν (Ursula Le Guin) [Την λεγόμενη Χαϊνική τριλογία (Κόσμος του Ρόκανον, Πλανήτης εξορίας, Πόλη της Ουτοπίας-ΚΑΚΤΟΣ 1977-78), Τα βιβλία του «Έπους της Γαιοθάλασσας» ΟΜΜΑ-1994 και ΤΡΙΤΩΝ 1994, το ανυπέρβλητο «Το αριστερό χέρι του σκότους-ΩΡΟΡΑ 1990, τα πολυσυζητημένα «Ο αναρχικός των δύο κόσμων» Parsec 1992 και «Το μάτι του ερωδιού» Parsec 1998], ίσως έχουν διαβάσει και το συγκλονιστικό «Η λέξη για τον κόσμο είναι δάσος»-Ars Longa 1989. Η υπόθεση αυτού του βιβλίου είναι σχεδόν η ίδια με το σενάριο του «Άβαταρ», περιγράφοντας την εγκατάσταση μιας γήινης αποικίας σε έναν πλανήτη με οργιαστική βλάστηση, στον οποίο κατοικούν νοήμονα ανθρωποειδή που καταστρέφονται/εξοντώνονται σταδιακά, όπως και το περιβάλλον τους, από την ανθρώπινη παρουσία. Υπάρχουν αρκετές βέβαια διαφορές, αλλά το βασικό θέμα είναι το ίδιο.
Ο ίδιος ο σκηνοθέτης Τζέϊμς Κάμερον, αγνοώντας πιθανόν τις πηγές έμπνευσης των σεναριογράφων του, αναγνώρισε πάντως την σχέση της ταινίας του με την κλασσική πλέον ταινία «Χορεύοντας με τους λύκους», όπου αντίστοιχα ο πρωταγωνιστής της συναρπάζεται και προσελκύεται από την φαινομενικά απλοϊκή και πρωτόγονη κουλτούρα των Ινδιάνων, εναντίον των οποίων στάλθηκε να συλλέξει πληροφορίες και να προετοιμάσει την κατάκτησή τους.
Η ταινία του Κάμερον περιέχει πάμπολλα λαογραφικά, γλωσσολογικά, ανθρωπολογικά και οικολογικά στοιχεία, από την κλασσική τελετή ενηλικίωσης, που γνωρίζουμε από τους περισσότερους αρχαίους πολιτισμούς της Γης [η οποία αναλύθηκε επιστημονικώς στο κλασσικό έργο Coming of Age in Samoa (1928) της κορυφαίας ανθρωπολόγου Μάργκαρετ Μηντ (Margaret Mead, 1901-1978)], την γλώσσα των Να’βι, που κατασκευάστηκε με στοιχεία από την Αμχαρική της Αιθιοπίας και την γλώσσα των Μαορί της Νέας Ζηλανδίας, μέχρι την αμφιλεγόμενη «Θεωρία της Γαίας» (The Gaia hypothesis) και το φαινόμενο της ομοιόστασης, που ξεκίνησε την δεκαετία του ’70 από τον Τζέϊμς Λάβλοκ και την Λύν Μαργκούλις και στην συνέχεια αναμείχθηκαν πολλά γνωστά ονόματα πρωταγωνιστών διαφόρων «εναλλακτικών» κινημάτων, όπως ο Άλβιν Τόφφλερ (Το τρίτο κύμα), ο Φρίτγιοφ Κάπρα (Το Ταό και η Φυσική, Το πλέγμα της Ζωής), η αρχαιολόγος Μαρίγια Γκιμπούτας (με τις θεωρίες της για την Μητέρα-Θεά και την «Παλιά Ευρώπη»), ο θερμός υποστηρικτής της φιλοσοφικής θεωρίας του Ολισμού Άρθουρ Καίσλερ (Ιανός), ο Καρλ Σάγκαν κ.ά.
Η ταινία «Αβατάρ» παρουσιάζει ακριβώς την ύπαρξη ενός τέτοιου παρόμοιου-με-την-Γαία πλέγματος/δίκτυου, που είναι η Έϊουα, η μητέρα-γη που λατρεύουν οι Να’βι και η οποία έχει την δυνατότητα να συνδέει βιολογικά μεταξύ τους όλους τους ζωντανούς οργανισμούς της Πανδώρας και να επικοινωνούν μεταξύ τους, μια αλληγορία της σύνδεσης και αλληλοεπίδρασης μεταξύ των οργανισμών και του περιβάλλοντος της Γης.
Ένα ακόμα στοιχείο που μας θύμισε ένα άλλο πρόσφατο έργο Fantasy ήταν και ο δεσμός μεταξύ των αναβατών Να’βι και των φτερωτών δρακοειδών πλασμάτων της Πανδώρας, των ικράν, που σφυρηλατείται μέσα από μια τελετουργία που αποτελεί μέρος της μύησης των νεαρών πολεμιστών ή πολεμιστριών, μια και η κοινωνία των Να’βι είναι εξισωτική. Αναφέρομαι στο βιβλίο «Έραγκον» (το πρώτο μέρος μιας τετραλογίας), το οποίο ήδη έχει γυριστεί σε ταινία, όπου ιδιαίτερο βάρος δίνεται στον δεσμό μεταξύ δρακοκαβαλλάρη και δράκου.
Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε την διάχυτη σε όλη την διάρκεια της ταινίας κριτική στάση εναντίον της αμερικανικής εμπλοκής σε επιθετικούς πολέμους, ιδίως στον πόλεμο του Κόλπου και την απρόσωπη φύση της μηχανοποιημένης πολεμικής τεχνικής, όπως ανέφερε και ο Κάμερον τονίζοντας ότι οι Αμερικανοί έχουν «ηθική ευθύνη» να αντιληφθούν τις επιπτώσεις των πρόσφατων πολεμικών επιχειρήσεων της χώρας τους και τους πολυάριθμους νεκρούς (οι διαβόητες παράπλευρες απώλειες), που προκύπτουν ως αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών. Στην ταινία μάλιστα ακούγεται και η έκφραση «τρόμος και δέος» (shock and awe), που αναφέρεται στην ομώνυμη πολεμική τεχνική που έχει επεξεργαστεί το αμερικανικό Πεντάγωνο και της οποίας την πλήρη ανάπτυξη διαπιστώσαμε στον πόλεμο του Ιράκ. Επίσης, σε διάλογο μεταξύ του πρωταγωνιστή και του αρχηγού των μισθοφόρων αναφέρονται "σκληρές" πολεμικές επιχειρήσεις στην Βενεζουέλα (!) και στην Νιγηρία (!), στις οποίες υποτίθεται ότι είχαν πάρει μέρος.
Όσο για τον τίτλο της ταινίας, ο Κάμερον σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό “Times” απαντώντας στην ερώτηση «Τελικά τι είναι το άβαταρ;» ανέφερε τα εξής: «Άβαταρ είναι η ενσάρκωση (incarnation) ενός θεού του Ινδουϊστικού Πανθέου όταν παίρνει σάρκινη μορφή (taking a flesh form)» και πρόσθεσε: «Στην ταινία αυτή εκείνο που υπονοείται είναι ότι η ανθρώπινη τεχνολογία στο μέλλον θα έχει την δυνατότητα να μεταφέρει την ανθρώπινη νοημοσύνη σε ένα σώμα που βρίσκεται σε άλλο σημείο, σε ένα άλλο βιολογικό σώμα».
Με λίγα λόγια μια ταινία, που αξίζει τον κόπο να την δει κάποιος, όχι μόνον για τις εκπληκτικές τεχνικές της και καινοτομίες, αλλά επειδή έχει κάτι να πει…
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Πηγή: http://vivliofiloi.blogspot.com/